Αποκλειστική συνέντευξη του συγγραφέα Αθανάσιου Δαββέτα στο Fairytales και τον δημοσιογράφο Νίκο Κολίτση
Παρουσίαση
Επτά (7) αναπτυγμένες διηγήσεις, τοποθετημένες χρονικά μέσα στις δεκαετίες του '60 και του '70, μέσα σε μια εποχή ανακατατάξεων, που μιλάνε για τη δύσκολη ενηλικίωση κάποιων νεαρών ανδρών, τον αγώνα για την επιβίωση και την αξιοπρέπεια, τον έρωτα, αλλά και τον ανήθικο ανταγωνισμό, την απώλεια προσφιλών προσώπων και, τελικά, τον ίδιο τον θάνατο. Επιστέφονται στο τέλος, χάριν επιλόγου, από ένα πεζό ποίημα για τον ανθρώπινο αγώνα και την αντοχή, αλλά και το όραμα που απαιτεί αυτός. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Στις επτά διηγήσεις σας, η ενηλικίωση μοιάζει σχεδόν με μια τελετουργία σκληρότητας. Ποια ήταν η αρχική σπίθα που σας έκανε να επιστρέψετε στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, για να μιλήσετε για τη μετάβαση στην ωριμότητα;
Η πραγματικότητα που σχετίζεται με τις ιστορίες αυτές ήταν ίσως σκληρότερη. Ατυχώς είχα το δυσμενές προνόμιο να αντιμετωπίζομαι από μικρός μέχρι προχωρημένη ηλικία σαν κάποιος που χρειαζόταν σκληρή «εκπαίδευση». Ίσως αυτό είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στο πρόσωπό μου.
Η σπίθα που ρωτάτε ήταν η αφυπηρέτησή μου μετά από 40 χρόνια ως δικαστής, συν τρία ως δικηγόρος, συν ένα ως στρατιώτης, χώρια οι εγκύκλιες και οι πανεπιστημιακές σπουδές. Σκέφτηκα τότε πως ένα παραπονεμένο κάποτε παιδί, που δεν είχε ποτέ ακουστεί, δικαιούται να μιλήσει επιτέλους με γραπτό λόγο, όχι κατευθείαν σε πρώτο πρόσωπο αλλά μέσα από ιστορίες τρίτων.
Οι δεκαετίες ’60–’70 ήταν γεμάτες ανακατατάξεις αλλά και αντιφάσεις. Ποια αντίφαση αυτών των εποχών θεωρείτε πως διατρέχει υπογείως όλα τα διηγήματα;
Σαν κύρια αντίφαση θεωρώ, από τη μια μεριά, το αίτημα για μια γενικευμένη απελευθέρωση από την πολιτική στρέβλωση και την οικονομική ανάγκη, μέχρι την περιορισμένη προσωπική ζωή και συγχρόνως, από την άλλη πλευρά, την εύκολη παράδοση σε ιδέες και ανθρώπους που δημιουργούσαν νέες δουλείες. Αυτή η αντίφαση διατρέχει κυρίως τα δύο πρώτα διηγήματα, ενώ υποβόσκει στο τρίτο και το έκτο και πάντως στοιχεία της μπορεί να ανευρεθούν και στα λοιπά διηγήματα.
Υπάρχει κάποια ιστορία που ξεκίνησε από πραγματικό γεγονός ή μνήμη και μεταμορφώθηκε πλήρως στη μυθοπλασία; Αν ναι, ποια μεταμόρφωση ήταν η πιο απροσδόκητη;
Όλες οι ιστορίες έχουν ως βάση τους ένα πραγματικό γεγονός ή μνήμες προσωπικές. Γράφοντας, όμως, μεταμορφώθηκαν πολύ και κυρίως ηθελημένα. Η πιο απροσδόκητη μεταμόρφωση ήταν στην ιστορία της «Κοντσέτας». Με αιφνιδίασε εκεί το μυαλό μου ακόμα κι εμένα.
Οι νεαροί άνδρες των ιστοριών σας παλεύουν με έρωτα, φτώχεια, τιμή, επιβίωση. Ποιο από αυτά τα στοιχεία θεωρείτε ότι είναι σήμερα πιο δυσεύρετο στη λογοτεχνία ή στη ζωή;
Στις ιστορίες μου οι ήρωες παλεύουν με όλα αυτά τα στοιχεία. Περισσότερο δυσεύρετη σήμερα νομίζω ότι είναι η τιμή. Η τιμή σήμερα είναι υποτιμημένη.
Ο “ανήθικος ανταγωνισμός” εμφανίζεται ως υπόγειο ρεύμα στις ιστορίες. Πιστεύετε ότι ο ανταγωνισμός αυτός είναι ίδιος τότε και τώρα ή έχει αλλάξει μορφή;
Εκτιμώ ότι είναι ίδιος ανά τους αιώνες. Δεν αλλάζει κάτι από ηθική άποψη, αν ο ανταγωνιζόμενος χρησιμοποιεί προφορικό λόγο ή έντυπο ή ψηφιακό ή τεχνητή νοημοσύνη.
Η απώλεια και ο θάνατος διατρέχουν μέρος των διηγημάτων. Πώς καταφέρνετε να μιλάτε για τον θάνατο, χωρίς να βαραίνετε τον αναγνώστη, αλλά αντίθετα να τον φωτίζετε;
Είναι, γιατί εστιάζω στη συνέχεια της ζωής και αφήνω στον αναγνώστη την ελπίδα.
Αν μπορούσατε να συναντήσετε έναν από τους ήρωες ως ενήλικας πια, σε ηλικία σημερινή – ποιον θα επιλέγατε και τι θα τον ρωτούσατε;
Θα επέλεγα σίγουρα τον Ζάχο του πρώτου διηγήματος και θα τον ρωτούσα αν άξιζε το ταξίδι σε αυτή τη ζωή, με βάρκα τη νομική επιστήμη.
Οι εποχές που περιγράφετε δεν υπάρχουν πια. Πώς αποφεύγετε την παγίδα της νοσταλγίας και κρατάτε την αφήγηση ζωντανή και σύγχρονη;
Αποφεύγω την παγίδα της νοσταλγίας μιλώντας για τα γεγονότα σαν να ήταν χθεσινά και κρατώντας απόσταση από τους ήρωες.
Αν το βιβλίο ήταν ταινία, σε ποιο σημείο θα σταματούσε η κάμερα για δύο δευτερόλεπτα παραπάνω και γιατί;
Θα σταματούσε στην ιστορία της «Κοντσέτας» στο τέλος, όταν ο αδελφός του σκοτωμένου πια ήρωα βρίσκει το κινητό τηλέφωνο του αδελφού του και το ανοίγει αναζητώντας κάποιο κρυμμένο μυστικό.
Υπάρχει μια φράση – ίσως από τα παιδικά σας χρόνια, ίσως από κάποιον άγνωστο – που καθόρισε τον τρόπο που βλέπετε τον κόσμο και πέρασε στα διηγήματα;
Ναι, μπορώ να πω ότι είναι μια φράση του ήρωα της ιστορίας «Ο κύριος πολύ σας αγαπήσαμε», του κύριου Γιώργου, του καθηγητή. Αυτός, λοιπόν, μου είπε, όταν ήμουν ακόμα έφηβος πάνω σε μια διαφωνία μας: «Εγώ, νεαρέ μου, δε θέλω να με παραδεχτείς ούτε στα είκοσι χρόνια σου ούτε στα τριάντα, εγώ θέλω να με παραδεχτείς στα εξήντα». Αυτή η φράση δείχνει την αξία της ωριμότητας, που την επιβεβαίωσα αρκετά στη ζωή μου.
Τι θα θέλατε να νιώσει πρώτα ο αναγνώστης μόλις κλείσει το βιβλίο: τρυφερότητα, απώλεια, θυμό ή κάτι άλλο;
Θα ήθελα να νιώσει τρυφερότητα και ανακούφιση.
Νικος Κολίτσης
(Αρχισυντάκτης)
Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής
(Τμήμα Φιλολογίας-ΑΠΘ),
με μεταπτυχιακό στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.
Αριστούχος Δημοσιογραφίας, με σπουδές Φωτογραφίας.
Συγγραφέας, κριτικός θεάτρου (για παιδιά & ενήλικες), κινηματογράφου & λογοτεχνίας, με συνεργασίες με έντυπο-ηλεκτρονικό τύπο πανελλαδικά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου